1.6.10

Αγωνιώντας και να μην περνά η ώρα

Ήταν η τελευταία μέρα του Μάη, ήταν η ζέστη; Πάντως χτες από διάθεση ήμουν μείον. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ένας ύπνος σώζει, για να ξυπνήσεις και πάλι, να πατήσεις τα ανάλογα κουμπιά και να στηθείς εν όψει των πραγμάτων. Μεσάνυχτα κοντά, λοιπόν, με φρέσκο το μάγουλο, πάω στην κουζίνα, για να βάλω πάγο στον καφέ μου, και πάνω στο μάρμαρο βλέπω να τρέχει, αν είναι δυνατόν, ένα μεσαίου μεγέθους σαμιαμίδι του μεσονυχτίου. Βέβαια και είναι να απορείς, επειδή είχα φωνάξει και τον άνθρωπο της πάταξης μικρών κατσαρίδων, για την εθιμοτυπική τοποθέτηση αυτής της κίτρινης θανατηφόρας ουσίας μια φορά το χρόνο προτού ιδρώσει το κορμί από το καλοκαίρι. Εκεί λοιπόν που αντικρίζω το σαμιαμίδι, βγάζω και ένα «αχ» και περιμένω. Αυτό όμως εξαφανίστηκε, από την τσιρίδα, και μετά έψαχνα τρόπο να το εντοπίσω σε περίεργες λωρίδες κυκλοφορίας: στους τοίχους ψηλά, στα καλοριφέρ, στη βιβλιοθήκη. Τίποτε, ήταν άφαντος ο μικρός φίλος. Και σε αυτή τη δύσκολη στιγμή το καναρίνι δε συνεργαζόταν, να ρίξει εκεί ένα κελάηδημα, να δώσει στεγνά το άλλο φυσικό προϊόν, το σαμιαμίδι από το πουθενά.

Μπα, πρέπει να ξεχαστώ, σκέφτομαι, και ανοίγω την τηλεόραση. Βλέπω το reality με την Κορομηλά – για να ξεχάσω όντως το σαμιαμίδι σκέφτομαι ότι, σαν Ναπολεόντειο να τον έχει, τον ώμο- και έπειτα την ακούω να λέει «μισό λεπτό να ρωτήσουμε τους Γερμανούς και την παραγωγή, αν γίνεται αυτό». Το «αυτό» τέλος πάντων δε γίνεται. Δεν μπορεί να αποχωρήσει παίχτης έτσι ξαφνικά από το show. Τζάμπα πληρώνονται οι άνθρωποι εκεί να κάνουν τα βίντεο του αποχωρισμού; Αν θέλει ο κύριος να αποχωρήσει, για προσωπικούς λόγους, να το κάνει εκτός αέρα, να προλάβουν να ετοιμαστούν τα απαραίτητα ως το επόμενο ζωντανό επεισόδιο. Και αυτήν την ερώτηση, να ρωτήσουμε «τους Γερμανούς», μπορούν να την εντάξουν και στα δελτία ειδήσεων-ΔΝΤ. Τώρα μάλιστα που ακόμη και ένας Δούκας επιθυμεί να ανοίξει τα χαρτιά του, στον κόμη Πρετεντέρη, η εκπομπή «Ανατροπή» θα είναι στη βάση του περιεχομένου της «Επιτροπή» όπου όλοι θα εξηγούν και θα είναι πρόθυμοι να μιλήσουν, ώστε η ενημέρωση να έχει βάθος και (περι)ουσία.

Τέλος πάντων στην ουσία τώρα, το σαμιαμίδι εμφανίστηκε στα ψηλά, τελικά, ενώ έκλεισα την τηλεόραση, και άκουγα νυχτιάτικα και δυνατά κάτι κομμάτια heavy. Θυμήθηκα που καμιά φορά πετύχαινα σε μπαρ κολλημένους, με το βλέμμα να χάνεται, και όταν επέστρεφαν, κοιτάζοντάς με, άρχιζαν τις περιγραφές «αυτό το κομμάτι το είχε γράψει ο τάδε και μετά το πήρε αυτός και το έκανε διασκευή, κλπ». Στο μεταξύ είχα ακούσει τα μισά, από τη μουσική, και για να μην δυσαρεστήσω τον τότε κολλημένο, κούναγα καταφατικά το κεφάλι, οπότε και δε χρειαζόταν να ξαναμιλήσει. Θρησκεία το ροκ, αλλά στη λειτουργία δε μιλάνε, πώς να το κάνουμε;

Και με το σαμιαμίδι, λοιπόν, του πέταξα δυο τρεις μια σαγιονάρα, τίποτε όμως. Εξαφανίστηκε από το σημείο εκείνο, αλλά δεν εθεάθη κιόλας. Κι ας σήκωσα βιβλία και σημειώσεις. Ανησυχώ 1η του μήνα πού μπορεί να έχει κρυφτεί, κι ας λένε πως φέρνει τύχη. Κληρονομιά που μου άφησε κι αυτός ο Μάης. Υπάρχει και ο κίνδυνος να το βρω, ύστερα από καιρό, απανθρακωμένο σε κανένα κείμενο του Φουκώ. Και συνέβη και ένα περίεργο. Διότι, με τη ρίψη σαγιονάρας, εξ’ αποστάσεως, κουνήθηκε μια αφίσα και ξεκόλλησε ένα χαρτάκι από εφημερίδα. Προφανώς, τότε, το είχα κόψει για τη φωτογραφία από τα Ρολόγια του Νταλί. Αλλά, από κάτω, είναι γραμμένο το εξής: «Δεν έχουμε τίποτα δικό μας παρά μόνο το χρόνο, που τον απολαμβάνουν αυτοί που στερούνται κατοικίας». Υπογραφή Balthasar Gracian (1601-1658). Πράγματι, ούτε τα σαμιαμίδια μας ανήκουν, αναπολώ, και λέω να πέσω στο κρεβάτι διαβάζοντας, από τα παλιά, το βιβλίο Η Ειρωνεία του Vladimir Jankélévitch, το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πλέθρον (Αθήνα, 1997). Φτάνοντας στη σελίδα 19, τελικά, διαβάζω αυτό που σε άλλη περίπτωση θα είχα προσπεράσει: «Η πετυχημένη φράση γίνεται όπλο: η διαλεκτική ειρωνεία δίνει τη θέση της, στο Λουκιανό, σε μια ειρωνεία αποφθεγμάτων, και η σοφία μένει για πολύ καιρό ‘‘σε κατάσταση επιγράμματος’’, πριν να κυοφορήσει την ‘‘Agudeza’’ του Balthasar Gracian. Ο κυνισμός είναι λοιπόν η φιλοσοφία του υπερθεματισμού: η ειρωνεία, μετά τον Σωκράτη, τεντώνεται μέχρι τη βλασφημία και έως τις χειρότερες ακρότητες του ηθικού ριζοσπαστισμού».

Άρα όλο αυτό με το σαμιαμίδι ήταν για να μην είμαι κακοδιάθετη και να συγκρατήσω τον Balthasar Gracian; Να υπήρχε, στο Πεδίον του Άρεως, μια λέσχη σκοποβολής... θα πήγαινα.

*φωτογραφία τάσης προς μίμηση: βοοειδές της Σκωτίας αμέριμνα κοιμάται

No comments: